πηγή: protagon.gr | 26-1-2013

 

Του Μελέτη Ρεντούμη*

Είναι γεγονός ότι θα περίμενε κανείς με την τεράστια κρίση που διανύουμε και την πτώση του πληθωρισμού να υπάρχουν μεγάλες μειώσεις στις τιμές, ιδίως σε αγαθά πρώτης ανάγκης που συναντάμε στα σουπερμάρκετ.

Γιατί όμως συνεχίζεται αυτό το φαινόμενο που βάζει φωτιά στο καλάθι της νοικοκυράς και μειώνει δραματικά, σε συνδυασμό με τις μισθολογικές περικοπές του μνημονίου, το διαθέσιμο εισόδημα;

Ένα δύσκολο έως δισεπίλυτο πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ο έλεγχος των τιμών των αγαθών που διακινούνται στο εμπόριο και η αποφυγή πάσης φύσεως αθέμιτου ανταγωνισμού. Είναι γεγονός ότι θα περίμενε κανείς με την τεράστια κρίση που διανύουμε και την πτώση του πληθωρισμού να υπάρχουν μεγάλες μειώσεις στις τιμές, ιδίως σε αγαθά πρώτης ανάγκης που συναντάμε στα σουπερμάρκετ.

Αντιθέτως όμως, οι τιμές πολλών αγαθών και όχι μόνο πρώτης ανάγκης αυξάνονται μέσα στην κρίση, και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις οι αυξήσεις είναι πάνω από 10% σε σχέση με το προηγούμενο έτος την αντίστοιχη περίοδο.

Γιατί όμως συνεχίζεται αυτό το φαινόμενο που βάζει φωτιά στο καλάθι της νοικοκυράς και μειώνει δραματικά, σε συνδυασμό με τις μισθολογικές περικοπές του μνημονίου, το διαθέσιμο εισόδημα;

Μια αναλυτική ματιά στα αίτια αυτής της διαδικασίας με κάνει να συνοψίσω τα συμπεράσματά μου στους εξής 10 λόγους:

1. Οι συντελεστές ΦΠΑ που ως γνωστόν έχουν αυξηθεί στο 23% και στον τουρισμό αλλά και στην εστίαση, πλέον είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη και οι υψηλότεροι από τις όμορες χώρες των Βαλκανίων.

2. Λειτουργία του χονδρεμπορίου σε συνθήκες ολιγοπωλίου (π.χ. οπωροκηπευτικά) με αποτέλεσμα να μην μπορούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις λιανικής να είναι ανταγωνιστικές. Ετσι πωλούν στο μέσο μεταβλητό κόστος, κάτω από το οποίο κινδυνεύουν άμεσα με λουκέτο.

3. H άνοδος των επιτοκίων δανεισμού από τον χρηματοπιστωτικό τομέα προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχει αυξήσει σημαντικά το κόστος του χρήματος για τους δανειζόμενους, που αντιμετωπίζουν πρόσθετα προβλήματα ρευστότητας.

4. Το λεγόμενο transfer pricing, όπου αρκετές πολυεθνικές στην Ελλάδα εμφανίζουν αυξημένα κόστη λειτουργίας για να εμφανίσουν οριακά κέρδη ή ζημιές και ν’αποφύγουν τη φορολογία. Επίσης εισάγουν προϊόντα με τεχνητά υψηλό κόστος από τις μητρικές στο εξωτερικό, το οποίο τελικά μετακυλίεται στους καταναλωτές.

5. Ελλειψη πιστώσεων από μεγάλους προμηθευτές κυρίως από συνεργαζόμενους στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα ν’αναγκάζεται η κάθε εταιρεία να πληρώνει μόνο τις μετρητοίς για αγορά εμπορευμάτων, εξαιτίας του country risk στην Ελλάδα.

6. Η σχέση των εγχώριων τιμών με τις αυξητικές τάσεις των τιμολογίων των ΔΕΚΟ και ιδίως των τιμών των καυσίμων.

7. Υπάρχει απαγόρευση στους λιανέμπορους στο ν’ αγοράζουν από θυγατρικές των προμηθευτών τους σε άλλες χώρες όπου πιθανότατα πωλούν φθηνότερα σε σχέση με την εγχώρια αγορά. Είναι γνωστό αυτό το μέτρο ως ρήτρα απαγόρευσης παράλληλων εισαγωγών και θα έπρεπε υπό προϋποθέσεις να επιτρέπεται για να συγκρατούνται οι τιμές στο εσωτερικό.

8. Μεμονωμένες εκπτώσεις εις βάρος του ΦΠΑ, πριν από την έκδοση οποιασδήποτε απόδειξης. Αυτή η λογική αφενός αφαιρεί έσοδα από το κράτος καθώς δεν εισπράττεται ο ΦΠΑ, αφετέρου οι εκπτώσεις συνδέονται τόσο με το ποσό όσο και με τον τρόπο πληρωμής. Έτσι συντηρείται τεχνητά ψηλά η ζήτηση και δεν μπαίνουν στην διαδικασία πολλά καταστήματα, να κάνουν πραγματικές εκπτώσεις με έκδοση απόδειξης για όλους.

9. Δεν υπάρχουν αξιόπιστες μελέτες που να δείχνουν τη διαμόρφωση των τιμών ανά κλάδο σε σχέση με τον μέσο όρο των επιχειρήσεων που λειτουργούν αλλά και με βάση το επίπεδο του τέλειου ανταγωνισμού.

10. Η κερδοσκοπία σε διεθνές επίπεδο διαφόρων hedge funds που χρησιμοποιούν τα παράγωγα προϊόντα για να χειραγωγήσουν τις τιμές πολλών αγροτικών προϊόντων.

Αν δεν εξαλειφθούν με συντονισμένη πολιτική όλων των φορέων οι παραπάνω παράγοντες, δύσκολα θα υπάρξει ελάφρυνση των νοικοκυριών με πολύ άσχημες κοινωνικές συνέπειες.

Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός, και μέλος της Προσωρινής Επιτροπής Πρωτοβουλίας της Δυναμικής Ελλάδας.