πηγή: Μεταρρύθμιση | 9-5-2013

 

“Χωρικές διαστάσεις της κρίσης ή αναζητώντας τις συνθήκες ανθεκτικότητας των τόπων”
Της Αθηνάς Γιαννακού*

Η οικονομική κρίση όσο γενικευμένη και αν είναι, επηρεάζει με διαφορετικούς τρόπους τους επιμέρους τόπους.

Μεγάλη Παρασκευή σε μια από τις εκκλησίες της Σιάτιστας παρατηρώ μια ιδιαίτερα καλόγουστη κοπέλα που στεκόταν απέναντί μου (η μόνη που δεν φορούσε τακούνι 15 πόντων…), κοντά στα 25. Η ξαδέρφη μου δίπλα κατάλαβε ότι η κοπέλα μου έκανε εντύπωση και μου ψιθυρίζει : «Είναι η κόρη του Π.,εμπόρισσα και πολύ δυναμική μάλιστα στο Ντουμπάι!» Θυμήθηκα ότι λίγες εβδομάδες πριν είχα συναντήσει, πάλι στη Σιάτιστα, έναν άλλον νέο, τον Γιάννη, γύρω στα 27-28 απόφοιτο των ΤΕΙ Κοζάνης. Όταν τον ρώτησα με τι ασχολείται και ενώ είχα τη βεβαιότητα ότι θα ακούσω τη λέξη «άνεργος», άκουσα έκπληκτη να μου λέει για τη φάρμα εκτροφής γουνοφόρων ζώων που έχουν μαζί με ένα ξάδελφο του, για το άνοιγμα στην αγορά της Κίνας, για το πώς περιμένουν να ενεργοποιηθούν ο αναπτυξιακός νόμος και το ΕΣΠΑ, για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν με το μονοπώλιο των ειδών διατροφής των ζώων κλπ.. Μια συζήτηση, δηλαδή, εντελώς σε διαφορετικό κλίμα από αυτό που έχει καταλάβει καθολικά και ενιαία όλη τη χώρα, πρωτίστως μέσω των φωνασκούντων τηλεοπτικών ΜΜΕ. Έτσι μάθαμε, οριζόντια αλλά και ισοπεδωτικά, να αντιλαμβανόμαστε την κρίση και τις διαστάσεις της, ωσάν δηλαδή να εκδηλώνεταιμε τον ίδιο τρόπο και να επηρεάζει στον ίδιο βαθμό όλες τις περιφέρειες και περιοχές της χώρας ή όλες τις ομάδες του πληθυσμού. Είναι και αυτό ένα από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα στη χώρα μας,καθώς η κρίση γενικεύτηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να συμπεριλάβει ακόμα και τον τρόπο κατανόησης και ανάλυσης των προβλημάτων.
Φέρνω ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την περίπτωση του άξονα της γούνας (Σιάτιστα- Καστοριά). Η γουνοποιία αποτελεί έναν κλάδο της ελληνικής οικονομίας με έντονη περιφερειακή διάσταση, αφού το σύνολο της παραγωγής επικεντρώνεται στον άξονα Σιάτιστα-Καστοριά. Σύμφωνα με μια κλαδική μελέτη του 2012 της Τράπεζας Πειραιώς, το 2011 η γουνοποιία κάλυπτε άμεσα ή έμμεσα περίπου το 8% της συνολικής απασχόλησης της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας (7.500-8.000 άτομα σε σύνολο 94.400 απασχολουμένων το 3ο τρίμηνο του 2011). Αν και ο πραγματικός αριθμός των επιχειρήσεων ή οικοτεχνιών που δραστηριοποιούνται στον κλάδο αυτό δεν είναι εύκολα προσδιορίσιμος, εκτιμάται ότι πρέπει να προσεγγίζει συνολικά τις 3.000.

Το σύνολο σχεδόν της παραγωγής εξάγεται, αφού ακόμα και οι πωλήσεις εσωτερικού αφορούν Ρώσους, αλλά και άλλους ξένους τουρίστες που έρχονται στην Ελλάδα για το σκοπό αυτό. Σε καταγόμενους από την περιοχή αυτή ανήκουν τα περισσότερα καταστήματα γούνας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, στα οποία (σύμφωνα με την παραπάνω μελέτη) δραστηριοποιούνται 35 Ελληνικές εμπορικές επιχειρήσεις γούνας με 75 καταστήματα (ένα από τα οποία προφανώς λειτουργεί η νεαρή κοπέλα που ανέφερα στην αρχή…). Η γουνοποιία είναι ένας από τους πλέον εξωστρεφείς οικονομικούς κλάδους που εξαρτώνται αποκλειστικά από τη διεθνή οικονομία και τις διεθνείς αγορές. Για πολλά χρόνια αντιμετώπιζε μια διαρθρωτικού χαρακτήρα κρίση, αποτέλεσμα μεταξύ άλλων και του ανταγωνισμού που ασκήθηκε από την πλευρά της Κίνας, εξαιτίας του οποίου συρρικνώθηκε δραστικά η παραγωγή ενδυμάτων γούνας από απο κόμματα (παραγωγή στην οποία ειδικεύονταν ιδιαίτερα οι κάτοικοι της Σιάτιστας). Ωστόσο, η ανάπτυξη της εκτροφής γουνοφόρων ζώων από το δεύτερο μισό του 2000 και μετά και με πολύ μεγάλη ένταση από το 2010 είναι μια εξέλιξη που οδήγησε στη μεγάλη αύξηση των εξαγωγών σε γουνοδέρματα (αλλά και αποκόμματα), με σημαντικότερους εξαγωγικούς προορισμούς τη Ρωσία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Είναι χαρακτηριστικές οι συχνές επισκέψεις Κινέζων στη Σιάτιστα που αναζητούν να αγοράσουν αποκόμματα, η επεξεργασία των οποίων στην Ελλάδα είναι πλέον ασύμφορη.
Έτσι ένας κλασικά εξωστρεφής κλάδος που χαρακτηριζόταν από χρόνια διαρθρωτική κρίση, εξαιτίας της τρέχουσας μεγάλης παγκόσμιας ζήτησης είναι σήμερα ένας από τους κλάδους της Ελληνικής οικονομίας που φαίνεται ανθεκτικός στην οικονομική κρίση και δείχνει τάσεις μεγέθυνσης. Η βαρύτητα αυτών των εξελίξεων σε μια περιφέρεια όπως η Δυτική Μακεδονία που μαστίζεται από χρόνια ανεργία διαρθρωτικού χαρακτήρα με πολύ υψηλότερα ποσοστά από το μέσο χώρας (ακόμα και σε περιόδους οικονομικής έκρηξης της τελευταίας) είναι τουλάχιστον προφανής.
Τι αντίκτυπο όμως έχει αυτή η ανάκαμψη του κλάδου της γουνοποιίας σε κρίσιμα μεγέθη στις περιοχές με τις οποίες είναι συνδεδεμένος? Σε ό,τι αφορά τον πληθυσμό, παραδείγματος χάριν, τα στοιχεία της απογραφής πληθυσμού της ΕΣΥΕ του 2011 δείχνουν μια περαιτέρω συρρίκνωση της επαρχίας Βοΐου και του νομού Καστοριάς (σε ποσοστά υψηλότερα της Χώρας αλλά και του μέσου όρου της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας), τάση ωστόσο που καταγράφεται για περισσότερο από μια εικοσαετία. Ακόμα και τη δεκαετία του 1990, οπότε παρατηρήθηκε μεγάλη αύξηση του πληθυσμού της χώρας, η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας εμφανίζεται συνολικά στάσιμη. Αν και η απογραφή του 2011 δεν καταγράφει τις επιδράσεις της αναθέρμανσης της γούνας σε πιο μακροσκοπικά μεγέθη όπως είναι ο πληθυσμός, το σίγουρο είναι ότι αυτές οι περιοχές συνεχίζουν να παρουσιάζουν μείωση του μόνιμου πληθυσμού. Όμως προς τα πού φεύγει ο πληθυσμός αυτός και γιατί είναι ερωτήματα που πρέπει να ερευνηθούν συστηματικά, ώστε να κατανοηθούν όχι μόνον οι λόγοι της συρρίκνωσης, αλλά και τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της. Μια επίσκεψη στη Σιάτιστα αυτές τις Πασχαλιάτικες μέρες έδειχνε ένα μόνον βέβαιο στοιχείο: ότι αυτές οι περιοχές έχουν αναπτύξει ένα πολύ ζωντανό “ανθρώπινο δίκτυο” σε παγκόσμιο επίπεδο που διατηρεί πολύ στενές διασυνδέσεις με τον τόπο αφετηρίας. Έτσι, η διάσταση “μετανάστευση” εδώ παίρνει το χαρακτήρα της επέκτασης ουσιαστικά μιας οικονομικής δραστηριότητας σε άλλες αγορές, επέκταση η οποία μόνον οφέλη φέρνει στην περιφέρεια-τόπο αφετηρίας.
Όλα τα παραπάνω που αναφέρθηκαν εν συντομία επισημαίνουν ότι η οικονομική κρίση όσο γενικευμένη και αν είναι, επηρεάζει με διαφορετικούς τρόπους τους επιμέρους τόπους, οι οποίοι κυρίως μέσω της κλαδικής τους εξειδίκευσης και του ανθρώπινου δυναμικού ανταποκρίνονται με περισσότερο ή λιγότερο βιώσιμους τρόπους επιδεικνύοντας μεγαλύτερη ή μικρότερη ανθεκτικότητα στους μεγάλους κραδασμούς που εκ των πραγμάτων επιφέρει η κρίση. Η κατανόηση αυτών των χωρικών διαφοροποιήσεων θα βοηθήσει ουσιαστικά στη διαμόρφωση αποτελεσματικών πολιτικών εξόδου από την κρίση, πολιτικές που δεν πρέπει να αγνοούν τις χωρικές διαστάσεις της ανάπτυξης.

Αθηνά Γιαννακού είναι Αναπλ. Καθηγήτρια Τμήματος Χωροταξίας και Ανάπτυξης ΑΠΘ και μέλος της Επιτροπής Πρωτοβουλίας της Δυναμικής Ελλάδας.