πηγή: ATHENS VOICE | 26-9-2012

 

Του ΗΛΙΑ ΜΟΣΙΑΛΟΥ*

Kαθώς οξύνεται περαιτέρω η οικονομική και κοινωνική κρίση, τίθεται, μεταξύ άλλων, και το εξής θέμα: με ποια κριτήρια διαμορφώνουμε τις πολιτικές μας θέσεις; Πώς αξιολογούμε, επιβραβεύουμε ή καταβαραθρώνουμε μια πολιτική άποψη που προτείνει αυτό ή το άλλο στην περίοδο αυτή;

Από τους παράγοντες που διαμορφώνουν την πολιτική συνείδηση, ας ξεκινήσουμε από τα ΜΜΕ. Η τηλεόραση παρουσιάζει χαρακτηριστική ρηχότητα, υστερώντας σε αναλυτική παρουσίαση των θεμάτων και αρνούμενη να καλλιεργήσει την κριτική σκέψη. Αντίθετα, προωθεί τις «χρυσές» (επειδή ανεβάζουν την τηλεθέαση) αξίες: «αίμα – δάκρυ – υποκουλτούρα – καυγάς». Απουσιάζουν οι σοβαρές σειρές, κυριαρχούν οι ποικίλες σαπουνόπερες (τελευταία οι τούρκικες), ενώ οι εκπομπές λόγου μακράν απέχουν από τη νηφαλιότητα που χαρακτηρίζει το είδος σε άλλες χώρες. Ο τηλεπαρουσιαστής είναι ο σταρ, ενώ ο καλεσμένος σχεδόν παρακαλάει για να μιλήσει. Συνισταμένη των στοιχείων αυτών, ο λαϊκισμός. Παρόμοια κατάσταση τείνει να επικρατήσει και στο μεγαλύτερο μέρος του διαδικτύου (το οποίο άλλωστε έχει μικρή διείσδυση στις μέσες και μεγάλες ηλικίες, που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων), ενώ οι εφημερίδες, ως διαμορφωτές γνώμης, υποχωρούν συνεχώς.

Ο δεύτερος παράγοντας, το εκπαιδευτικό μας σύστημα, βασίζεται δυστυχώς στην απομνημόνευση: παραπαιδεία, ορισμένο βιβλίο, ορισμένη ύλη, ορισμένες απαντήσεις – μηδενική κριτική σκέψη. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά όταν οι απόφοιτοι των εκπαιδευτηρίων μας βγαίνουν στο εξωτερικό: περνάνε έναν περίπου ακαδημαϊκό χρόνο για να μπορέσουν ν’ αλλάξουν. Το ίδιο συνέβαινε παλιότερα στα παιδιά από την Ανατολική Ευρώπη, το ίδιο και τώρα στους Κινέζους φοιτητές. Κι εδώ, κριτική σκέψη περιορισμένη.

Τρίτος παράγοντας είναι η ελίτ της χώρας: ακαδημαϊκοί, διανοητές, πανεπιστημιακοί. Αλλά πολλοί απ’ αυτούς μένουν χρόνια σιωπηλοί, δεν παράγουν πνευματικό έργο ή αυτό που παράγουν δεν φτάνει στον κόσμο. Ακόμα χειρότερα, η πολιτική ελίτ: χαμηλό επίπεδο, γενικολογία, πολυλογία, λαϊκισμός, άρνηση πράξεων και επιδίωξη αναπαραγωγής του εαυτού της.

Ο τελευταίος παράγοντας –αν και χρονολογικά πρώτος–, η οικογένεια, συνθλίβεται μέσα στις παραπάνω συμπληγάδες. Προσπαθώντας να εξισορροπήσει τα πάντα και παράλληλα να προστατέψει την ανάπτυξη των παιδιών της, πολύ δύσκολα τα καταφέρνει. Σε ελάχιστα οικογενειακά περιβάλλοντα περισσεύει χώρος, χρόνος και διάθεση για να αναπτυχθεί η κριτική σκέψη.

Στους παράγοντες αυτούς πρέπει να προστεθούν επίσης η λειτουργία του κράτους και η λειτουργία των επιχειρήσεων, που έμμεσα θα μπορούσαν κι αυτοί να επηρεάζουν τη συνείδηση. Αλλά το κράτος, με τη δυσλειτουργία και την κοινωνική αναποτελεσματικότητά του, ενδιαφέρεται κυρίως να αναπαράγει συνεχώς τον εαυτό του, μέσω του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος, ενώ οι περισσότερες επιχειρήσεις (που σε άλλες χώρες πιστώνονται με μακρά θετική εταιρική κουλτούρα) ενδιαφέρονται ιδίως για μπίζνες με το δημόσιο, ως κρατικοδίαιτες. Τώρα όμως, με την κρίση, και αυτές οι «αξίες» τίθενται υπό αμφισβήτηση. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι, στις μέρες μας, έσπασαν οι «φούσκες» και του θεοποιημένου κράτους και του κρατικοδίαιτου επιχειρείν.

Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο, δεν είναι περίεργο που οι μεν πολιτικές μας επιλογές χαρακτηρίζονται από αμνημοσύνη και έλλειψη ιστορικότητας, η δε ιστορική μας συνείδηση από αντίφαση και ασυνέχεια. Οι καταστροφές του 1897 και του 1922, το πραξικοπήματα του 1967 και του 1974 (στην Κύπρο) ποτέ δεν μελετήθηκαν σε βάθος, ώστε να αντληθούν διδάγματα, ενώ ο απόηχος των θετικών εθνικών εξάρσεων του παρελθόντος εξαντλείται, συνήθως, σε ανούσιες παρελάσεις και γιορτές, με πολλή ρουτίνα και ρηχούς συμβολισμούς.

Τα παραπάνω εξηγούν, σε μεγάλο βαθμό, το εκκρεμές των πολιτικών επιλογών του εκλογικού σώματος, που δεν φαίνεται να έχει μνήμη μακρύτερη από ένα εξάμηνο.

Αλλά η πολιτική τού σήμερα, του «βλέποντας και κάνοντας», δεν πάει μακριά. Αν θέλουμε πραγματικά να αλλάξει ριζικά η χώρα, ζητείται άλλο μοντέλο, άλλο «παράδειγμα» σε όλους τους τομείς που προαναφέρθηκαν και σε πολλούς άλλους. Ο 21ος αιώνας έχει προχωρήσει πολύ, κι εμείς έχουμε ακόμα τα καύσιμα όχι απλά του 20ού, αλλά της δεκαετίας του ’50 και του ’60. Οι υπεύθυνοι διαμορφωτές της πολιτικής συνείδησης αυτό το χρέος έχουν, όχι να κολακεύουν και να χαϊδεύουν αυτιά. Οι πολιτικές είναι τα εργαλεία.

Αν ο πολύς κόσμος δεν ενστερνιστεί την ανάγκη της εκ βάθρων αλλαγής, η χρεοκοπία ίσως να μην είναι το χειρότερο από τα δεινά που μας περιμένουν. Οι υπεύθυνοι και μνήμονες πολιτικοί θα πρέπει να προετοιμάσουν από τώρα την εναλλακτική λύση: το νέο ρεαλιστικό-μεταρρυθμιστικό πόλο, που θα αφήσει πίσω τα φθαρμένα κόμματα του παρελθόντος και θα αλλάξει τη χώρα αληθινά και όχι στα ψέματα, με επικεφαλής ανθρώπους καθαρούς από κάθε άποψη και άφθαρτους.

Ηλίας Μόσιαλος είναι Καθηγητής στο London School of Economics