πηγή: feleki.wordpress.com | 3-10-2012

 

Των Γ. Στόγια, Α. Δημητρόπουλου, Ρ. Χόπλαρου

με τέτοιο αναχρονιστικό βιβλίο, ο βίος των παιδιών στην τάξη θα είναι αβίωτος

Το νέο εγχειρίδιο ιστορίας για την Στ’ Δημοτικού που διανεμήθηκε φέτος στα σχολεία Ελλάδας και Κύπρου σηματοδοτεί ένα γιγάντιο άλμα προς τα πίσω, τόσο από πλευράς παιδαγωγικής μεθόδου όσο και από αυτής του περιεχομένου. Το έργο της συγγραφικής ομάδας (με επικεφαλής τον ιστορικό Ι. Κολιόπουλο), σε διάσταση και από την Ιστορία ως επιστήμη, και από την επιστήμη της Διδασκαλίας της Ιστορίας, αναπαράγει μια ιδέα της σχολικής ιστορίας ως μέσο εθνικού και ηθικού φρονηματισμού, με χειρότερο τρόπο από το προηγούμενο βιβλίο που ήρθε να αντικαταστήσει. Πληροί, δε, όλα τα κριτήρια κακής χρήσης της Ιστορίας, όπως αυτά έχουν διατυπωθεί και κυρωθεί στις σχετικές συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης Rec(2001)15 και Rec(2011)6 . Στο πλαίσιο της παρούσας παρέμβασης θα περιοριστούμε σε μια σειρά αρχικών σκέψεων και παρατηρήσεων.

Ο τίτλος του βιβλίου στο εξώφυλλο είναι «Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου». Στο εσωτερικό του, αυτό μεταφράζεται σε δεκαπέντε (15) σελίδες ευρωπαϊκής ιστορίας και διακόσιες εννιά (209) σελίδες με επίκεντρο την ελληνική. Αντί τα παιδιά να γνωρίσουν πώς τα γεγονότα και οι μεγάλες αλλαγές συνδέονται μεταξύ τους σε τοπικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο, το ελληνικό έθνος ανάγεται σε μοναδικό, περιούσιο και ανάδελφο.

Το εκτεταμένο αφηγηματικό κείμενο (σε λόγια γλώσσα, δυσλειτουργική σε σχέση με το πλαίσιο επικοινωνίας για το οποίο προορίζεται) και οι μονοπρισματικές πηγές περιορίζουν την κατανόηση των ιστορικών θεμάτων.

Απουσιάζουν ερευνητικά ερωτήματα και δραστηριότητες των μαθητών που να προάγουν το κριτικό πνεύμα και τον ιστορικό εγγραματισμό τους. Η στείρα γεγονοτολογία, ο δογματισμός και η χρηστομάθεια δεν βοηθούν στην ανάπτυξη δεξιοτήτων και στη συγκρότηση εννοιών (π.χ. ιστορικός χρόνος, αλλαγή και συνέχεια, τεκμήριο, αιτία και συνέπεια, ιστορική σημαντικότητα). Το βιβλίο μαθητή και το βιβλίο εργασιών που το συνοδεύουν περιορίζονται κυρίως σε ερωτήσεις απομνημόνευσης χρονολογιών, τοποθεσιών και ονομάτων. Γενικά, η ιστορία αντιμετωπίζεται παιδαγωγικά ως ένα γλωσσικό μάθημα με ασκήσεις του τύπου «συμπληρώστε τα κενά». Σε αυτό το πνεύμα, δεν λείπουν και οι προτροπές σε «εκθέσεις ιδεών» όπως αυτή: «Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η αξία της θυσίας του Μάρκου Μπότσαρη;» (σελ. 113).

Η πολεμική ιστορία, τα ηρωικά κατορθώματα «παλικαριών» (σελ. 83) που αψηφούν το θάνατο, συνθέτουν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης, αφήνοντας την πολιτική, οικονομική, κοινωνική, ιδεολογική και πολιτιστική ζωή να διαδραματίζουν συμπληρωματικό ρόλο. Η (αντρική) εθνική ιστορία γράφεται με το σπαθί. Και, φυσικά, οι απαραίτητες κοινοτοπίες της μισαλλόδοξης ρητορικής: Οι Έλληνες έχουν πάντα δίκαια, ενώ οι εχθρικοί λαοί (Βούλγαροι και Τούρκοι) έχουν πάντα άνομα συμφέροντα. Οι Έλληνες -ακόμη κι όταν επιτίθενται!- είναι αμυνόμενοι, απαντούν σε μία προηγούμενη πρόκληση. Όταν οι Έλληνες είναι ενωμένοι μεγαλουργούν. Όταν όμως επιτρέπουν στους ξένους να τους διχάσουν, έρχεται η καταστροφή.

Σε κανένα σημείο δεν αφήνεται κάποια «σκιά» για τους ελληνικούς φορείς εξουσίας, είτε αυτοί αφορούν σε πρόσωπα είτε σε θεσμούς. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ένθερμη υποστηρίκτρια της Επανάστασης του ’21. Τόσο κατά την προεπαναστατική περίοδο, όσο και κατά τον αγώνα της Ανεξαρτησίας, οι πρόκριτοι και οι κλέφτες κινούνται με μόνη έγνοια τους το καλό της πατρίδας. Ακόμη και στο εγχειρίδιο του 1989 (που επαναφέρθηκε ύστερα από την απόσυρση εκείνου της ομάδας Ρεπούση) είχαμε, επί του θέματος, δύο αντιτιθέμενες πηγές με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Οι Προεστοί προστάτευαν/καταπίεζαν τους ραγιάδες» (σελ 38-39).

Στη συνέχεια, μερικά αντιπροσωπευτικά «μαργαριτάρια» που αλιεύσαμε κατά την ανάγνωση του βιβλίου:

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός εγγράφεται, τουλάχιστον εν μέρει, στο πνεύμα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού (σελ. 53).

Το «Κρυφό Σχολειό» αποτελεί «αποτύπωση στην εθνική συλλογική μνήμη» των δύσκολων συνθηκών για την παιδεία τα πρώτα μετά την Άλωση χρόνια. Μια σκοτεινή διατύπωση απέναντι στην εύγλωττη εικόνα του Γκύζη και το ποίημα του Πολέμη (σελ. 54-55). Όλα αυτά αντί να γραφτεί πως το «Κρυφό Σχολειό» είναι μύθος (ή έστω θρύλος, όπως το αποκαλούσε το εγχειρίδιο του 1989), και να συζητηθούν οι συνθήκες που οδήγησαν στην κατασκευή του και ο ρόλος τον οποίο επιτέλεσε.
Για την άλωση της Τριπολιτσάς, εν μέσω περιγραφών στρατηγικών σχεδίων και ηρωισμών, μαθαίνουμε ότι «Ακολούθησαν σφαγές και λεηλασίες» (σελ. 99). Έτσι, απρόσωπα, χωρίς τους αριθμούς, τα επίθετα και τα επιρρήματα που κοσμούν συνήθως τις τουρκικές βιαιοπραγίες.

Όλες οι αναφορές στους Οθωμανούς και τους Τούρκους είναι αρνητικές, με αποκορύφωμα αυτή της πηγής στη σελ. 31 όπου ο μαθητής διαβάζει: «[…]Και αν θελήσει ο Πανάγαθος και φιλεύσπλαχνος Θεός και βοηθήσει να ελευθερωθεί το δυστυχισμένο γένος μας από τον τρομερό, απάνθρωπο, αντίχριστο και άσπλαχνο Τούρκο […]».

Η παρουσία των γυναικών στην ιστορία εξαντλείται σε τέσσερις σειρές για την Μπουμπουλίνα και τη Μαυρογένους (σελ. 92) και σε άλλες έντεκα για τα δικαιώματα των γυναικών (σελ. 188), και τα δύο εκτός του κύριου κειμένου της αφήγησης.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, «η Ναυμαχία του Ναυαρίνου» επιτάχυνε τις εξελίξεις! Άρα, σε πείσμα κάθε ιστορικής αποτίμησης της πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής κατάστασης των ελληνικών δυνάμεων κατά το 1827, το αναγνωρισμένο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος ήταν μοιραίο ότι θα σχηματιζόταν. Φαίνεται θα ήταν γραμμένο στους ουρανούς!

Σε αντιδιαστολή με τη μεγάλη έκταση του κειμένου που αφιερώνεται στην περιγραφή πολεμικών κατορθωμάτων και ηρωικών θανάτων, άλλα θέματα αντιμετωπίζονται ως ελάσσονος σημασίας. Π.χ. το γλωσσικό ζήτημα (σελ. 163), η βιομηχανική επανάσταση (σελ.156) και η Οκτωβριανή επανάσταση (σελ.192) καταλαμβάνουν από τρεις, εννιά και εννιά σειρές αντίστοιχα. Μόνο το κείμενο για τον Κανάρη, με μεγάλη γραμματοσειρά, είναι είκοσι τρεις σειρές.

Στο πνεύμα των σχολικών εορτών, με μια ομφαλοσκοπική αντιστροφή, ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος αναφέρεται ως ένα παράρτημα του Αλβανικού έπους. Στην «ατυχέστερη» πρόταση όλου του βιβλίου, «ο πόλεμος ήταν το ολέθριο επακόλουθο της αποτυχίας στην εφαρμογή των όρων ειρήνης, που είχαν τερματίσει τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο». Καμία αναφορά στον φυλετικό ρατσισμό, στη ναζιστική ιδεολογία, στο επεκτατικό όραμα του αριανισμού, στην προπαγάνδα. Η Χρυσή Αυγή θα είναι ευτυχής και ευγνώμων.
Για λόγους οικονομίας του παρόντος κειμένου, θα περιοριστούμε στα παραπάνω.

Αναμένουμε ότι ερευνητές ιστορικοί και παιδαγωγοί, θα εκπονήσουν συνολικότερες κριτικές στο εν λόγω εγχειρίδιο.

Επιγραμματικά, το δικό μας συμπέρασμα είναι ότι παρά τη διακηρυγμένη αποδοχή της ανάγκης για ουσιαστικές αλλαγές στις μεθόδους διδασκαλίας και μάθησης στα σχολεία ώστε να αναπτύσσονται οι κριτικές ικανότητες των αυριανών πολιτών, ο στόχος αυτός δεν θα προαχθεί με το συγκεκριμένο βιβλίο ιστορίας.

Τέλος, μια ορθογραφική παρατήρηση: στη σελ. 231 διαβάζουμε ότι μεταπολιτευτικά «το βιωτικό επίπεδο των Ελλήνων βελτιώθηκε εντυπωσιακά». Ναι, με «ω». Ίσως να πρόκειται περί μαύρου χιούμορ σε σχέση με την κρίση που βιώνουμε σήμερα. Ή πως, με τέτοιο αναχρονιστικό βιβλίο, ο βίος των παιδιών στην τάξη θα είναι αβίωτος!