πηγή: Τα Νέα | 1-2-2013

 

Του Ηλία Μόσιαλου*

Προϋποθέσεις για έναν αποτελεσματικό μηχανισμό συλλογής εσόδων.

Υπάρχουν προτάσεις που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αναμορφωτικά και μάλιστα να υιοθετηθούν από οποιαδήποτε κυβέρνηση.

Ο πρόσφατος φορολογικός νόμος χαρακτηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά από φοροεισπρακτικές ρυθμίσεις. Ακόμα και οι άνθρωποι της task force ενοχλήθηκαν και άφησαν να διαρρεύσει ότι δεν ρωτήθηκαν -εγκλιματίστηκε και η task force κι έμαθε πώς ασκείται η πολιτική στην Ελλάδα, με διαρροές δυσαρέσκειας! Ανώτατο στέλεχος της Ομάδας Δράσης της Κομισιόν δήλωσε σε εφημερίδα «δεν ξέρω γιατί έφεραν αυτό το φορολογικό. Τους είχαμε δώσει λεπτομερείς συμβουλές για όλα και μάλιστα από τους καλύτερους ειδικούς του κόσμου». Ενδιαφέρον, αλλά μήπως θα μπορούσαμε να μάθουμε ποιοι είναι αυτοί οι ειδικοί και ποιες ακριβώς συμβουλές έδωσαν;

Όσο για τη σχετική επιτροπή, που θα συνεδριάζει υπό την προεδρία του υφυπουργού Οικονομικών, παρατηρεί κανείς ότι λάμπουν με την απουσία τους οι εκπρόσωποι της παραγωγικής Ελλάδας, και ειδικά οι εξαγωγείς. Ακόμα και νεότερες ιδέες που φαίνεται ότι θ´ακολουθήσουν, όπως ο νέος Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος, η αλλαγή στη φορολόγηση των ακινήτων ή υποχρεωτική χρήση πιστωτικής κάρτας στις συναλλαγές πάνω από κάποιο όριο, δείχνουν, αν όχι τίποτ´ άλλο, έλλειψη φαντασίας.

Τι περισσότερο θα μπορούσε να γίνει, αναρωτιέται κανείς. Υπάρχουν προτάσεις που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αναμορφωτικά και μάλιστα να υιοθετηθούν από οποιαδήποτε κυβέρνηση. Ενδεικτικά:

Πρώτο, ο διαχωρισμός της φορολογικής πολιτικής από τους εισπρακτικούς μηχανισμούς. Η εκάστοτε κυβέρνηση θα καθορίζει το γενικό, προγραμματικό πλαίσιο της φορολογικής πολιτικής, ενώ η είσπραξη θα εποπτεύεται από μια Ανεξάρτητη Εισπρακτική Αρχή, που η ηγεσία της θα επιλέγεται με αξιοκρατικό και όχι με το συνήθη τρόπο του κοινοβουλευτικού «πάρε – δώσε». Έτσι θ´ αποφεύγονται τα γνωστά φαινόμενα του κομματικού διορισμού των εφόρων και η είσπραξη ή αποφυγή της είσπραξης κατά κομματική προτεραιότητα. Στην πιθανή ένσταση «μα, ακόμα μια Ανεξάρτητη Αρχή;», η απάντηση είναι ότι πρόκειται για την πιο απαραίτητη απ´ όλες τις Ανεξάρτητες Αρχές, αφού το σύνολο της δημοσιονομικής πολιτικής στηρίζεται στους φόρους κι αφού η τοποθέτηση Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, με πενταετή θητεία, είναι μεν ορθή κίνηση, αλλά δεν φτάνει.

Δεύτερο, απαιτείται πλήρης διαφάνεια. Σημαντικό λειτουργικό εργαλείο φορολογικής πολιτικής θα μπορούσε ν´ αποτελέσει ένας ετήσιος «Φορολογικός Άτλαντας» με συνολικά και στατιστικά δεδομένα περιοχών, επαγγελμάτων και εργασιακών κατηγοριών, ανώνυμος φυσικά, που θ´ αναρτηθεί στο διαδίκτυο. Έτσι θα είναι σε όλους ορατά πάρα πολλά σημαντικά στοιχεία. Παράδειγμα: πόσοι δε δηλώνουν καθόλου εισόδημα σε κάποιο Δήμο. Ποιο είναι το μέσο κατά κεφαλήν δηλωθέν εισόδημα κατά περιοχή και επαγγελματική κατηγορία. Αν το ποσοστό διαφέρει αφύσικα μεταξύ μιας περιοχής κατοικιών υψηλού κόστους και μιας άλλης μέσου κόστους, τότε είναι πιθανό ότι υπάρχει κάποιο θέμα. Αν μιλάμε π.χ. για τους γιατρούς, ποιο το εισόδημα των ελεύθερων επαγγελματιών και ποιο όσων εργάζονται στο ΕΣΥ. Πόσον ΦΠΑ αποδίδει η τάδε επαγγελματική κατηγορία σε σύγκριση με τον αναμενόμενο ανά περιοχή ή ανά άλλη επαγγελματική κατηγορία. Πόσο τζίρο δηλώνουν οι εταιρείες ενός κλάδου σε συνάρτηση με τον αριθμό των απασχολούμενων σ´ αυτές. Στις εταιρείες που είναι θυγατρικές ομίλων, αν δικαιολογούνται οι ενδο-ομιλικές συναλλαγές. Δεν μπορεί εταιρίες με μεγάλο τζίρο και μικρό αριθμό εργαζομένων να βρίσκονται «στο κόκκινο»- εκεί είναι πιθανό να συμβαίνει κάτι περίεργο. Μέσω του «Άτλαντα» μπορούν να τεθούν τέτοια ερωτήματα και να ληφθούν μέτρα, ώστε να αποφεύγεται η δήθεν «δημιουργική λογιστική» που αποβλέπει στην απόκρυψη εισοδήματος.

Τρίτο, ειδικά για τις ενδο-ομιλικές συναλλαγές: σήμερα ο πολιτικός έλεγχός τους και η σχετική νομοθεσία «ανήκουν» στο Υπουργείο Ανάπτυξης. Είναι όμως ανάγκη να μεταφερθούν στο Υπουργείο Οικονομικών. Η πολυδιάσπαση της νομοθετικής και ελεγκτικής πολιτικής σε τίποτα δεν εξυπηρετεί.

Τέταρτο, τα φορολογικά πρόστιμα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 2011 εισπράχτηκε μόνο το 2%, συγκεκριμένα 29 εκατ. ευρώ, έναντι βεβαιωμένων 1,5 δισ. Κι αυτό γιατί οι πολίτες προσφεύγουν στα δικαστήρια (όχι πάντοτε άδικα), όπου οι υποθέσεις χρονίζουν για τους γνωστούς λόγους. 190.000 εκρεμείς φορολογικές υποθέσεις υπάρχουν αυτή τη στιγμή. Απαιτείται λοιπόν ενίσχυση των φορολογικών τμημάτων στα διοικητικά δικαστήρια ή και αμιγώς φορολογικά δικαστήρια (εδώ βέβαια χρειάζεται πρώτα συνταγματική αναθεώρηση). Για να γίνει αυτό πρέπει να προσληφθούν νέοι δικαστές και μάλιστα με γνώσεις οικονομίας, οικονομολόγοι και εισπράκτορες των προστίμων, με καινούργιο μηχανισμό, που θα λειτουργεί έξω από τα κόμματα. Τέτοιες προσλήψεις εύλογα θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν σημείο θετικής διαπραγμάτευσης με την τρόικα, αφού τα ετήσια έσοδα του Δημοσίου από την εκδίκαση και τελεσιδίκηση των υποθέσεων θα ξεπερνούσαν κατά πολύ τους μισθούς των νέων δικαστών και εισπρακτόρων.

Πέμπτο, η ίδρυση ενός Ινστιτούτου Δημοσιονομικής – Φορολογικής Πολιτικής. Η φορολογική πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων είναι σχεδόν απρογραμμάτιστη, πολλά μέτρα αποφασίζονται δίχως μελέτη. Αλλά ένα τέτοιο συμβουλευτικό Ινστιτούτο, στα πρότυπα του βρετανικού Intitute for Fiscal Studies, εφόσον θα λειτουργεί ανεξάρτητα από το Υπουργείο Οικονομικών ή τα κόμματα, στελεχωμένο με αξιοκρατικά κριτήρια και με θητεία ΔΣ που θα υπερβαίνει τις κοινοβουλευτικές τετραετίες, θα μπορεί να διατυπώνει δημοσιονομικές προβλέψεις και να εισηγείται μέτρα μακράς πνοής, αξιοποιώντας και τη διεθνή φορολογική εμπειρία. Το καθήκον αυτό είναι φανερό ότι δεν μπορούν να το εκπληρώσουν ούτε το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, ούτε το Ελεγκτικό Συνέδριο. Οι πρόσφατες αστοχίες με τον ΦΠΑ ή τον φόρο του πετρελαίου θα είχαν αποφευχθεί, αν είχαν βασιστεί στην τεκμηρίωση και τη σωστή ανάλυση.

Ηλίας Μόσιαλος είναι καθηγητής των Οικονομικών της Υγείας στο London School of Economics.